Υπερτροφια Παρισθμιων Αμυγδαλων
Οι παρίσθμιες αμυγδαλές αποτελούν δύο δομές λεμφικού ιστού, μία δεξιά και μία αριστερά στο πλάγιο τοίχωμα του στοματοφάρυγγα εντός του αμυγδαλικού βόθρου και ανήκουν στο λεμφικό δακτύλιο του Waldeyer. Ονομάζονται «παρίσθμιες» γιατί εντοπίζονται στον ισθμό του φάρυγγα, δηλαδή στο σημείο μετάπτωσης από την στοματική κοιλότητα προς το στοματοφάρυγγα. Μαζί με τις υπόλοιπες δομές του δακτυλίου του Waldeyer (αδενοειδείς εκβλαστήσεις, γλωσσικές αμυγδαλές, σαλπιγγικές αμυγδαλές) αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας της ανώτερης αεροπεπτικής οδού.
Σε κάποιες περιπτώσεις, οι παρίσθμιες αμυγδαλές αποκτούν μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσιολογικό. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως υπερτροφία των παρίσθμιων αμυγδαλών και συχνά ξεκινά από την νηπιακή ή παιδική ηλικία, συνεχίζεται στην εφηβική ηλικία, ενώ αρκετές φορές σταδιακά υποχωρεί κατά την ενήλικη ζωή. Ως αιτιολογικοί παράγοντες για ανάπτυξη υπερτροφίας των παρίσθμιων αμυγδαλών έχουν ενοχοποιηθεί ένα ή περισσότερα από τα εξής: γενετική προδιάθεση-κληρονομικότητα, υποτροπιάζουσες οξείες φλεγμονές, χρόνια φλεγμονή, ορμονικές διαταραχές. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι αν και είναι συχνή η συνύπαρξη υπερτροφίας παρίσθμιων αμυγδαλών και υποτροπιάζουσας οξείας αμυγδαλίτιδας, δεν είναι απόλυτο ότι υπάρχει πάντα αυτή η συσχέτιση.
Η υπερτροφία των παρίσθμιων αμυγδαλών από μόνη της και σε ήπιες καταστάσεις είναι συχνά ασυμπτωματική. Όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να συνδέεται με αυξημένη συχνότητα υποτροπιάζουσας οξείας αμυγδαλίτιδας ή και με χρόνια αμυγδαλίτιδα. Σε μεγάλου βαθμού υπερτροφία των παρίσθμιων αμυγδαλών, ακόμα και σε απουσία οξείας ή χρόνιας φλεγμονής, μπορεί να υπάρξει κλινική εκδήλωση ενός ή περισσότερων από τα παρακάτω: διαταραχή συντονισμού κατάποσης και αναπνοής (κυρίως σε παιδιά), καθυστέρηση στις καμπύλες ανάπτυξης (σε παιδιά), ήπια διαταραχή στη χροιά της ομιλίας, ροχαλητό, σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας, διαταραχές στην ανάπτυξη του καρδιαγγειακού συστήματος (σε παιδιά όταν συνδυάζεται και με υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων).
Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και την επισκόπηση του στοματοφάρυγγα. Συμπληρωματικά, μπορεί να γίνει ρινοενδοσκόπηση και λαρυγγοενδοσκόπηση για τον πιο ολοκληρωμένο έλεγχο της ανώτερης αεροπεπτικής οδού. Ανάλογα με το βαθμό απόφραξης του ισθμού του στοματοφάρυγγα από την υπερτροφία των παρίσθμιων αμυγδαλών μπορεί να υπάρξει η ακόλουθη διαβάθμιση: υπερτροφία 1ου βαθμού (απόφραξη <25%), υπερτροφία 2ου βαθμού (απόφραξη μεταξύ 25-50%), υπερτροφία 3ου βαθμού (απόφραξη μεταξύ 50-75%), υπερτροφία 4ου βαθμού (απόφραξη >75%). Εργαστηριακές εξετάσεις αίματος μπορεί να έχουν θέση σε περιπτώσεις συνυπάρχουσας υποτροπιάζουσας οξείας αμυγδαλίτιδας, χρόνιας αμυγδαλίτιδας και σε υπόνοια αιματολογικών παθήσεων. Ο απεικονιστικός έλεγχος με αξονική ή μαγνητική τομογραφία μπορεί να επιλεχθεί σε περιπτώσεις μονόπλευρης υπερτροφίας της μίας παρίσθμιας αμυγδαλής και σε ταυτόχρονη υπόνοια κακοήθους παθολογίας.
Σε ήπιες περιπτώσεις, η μόνη θεραπευτική επιλογή μπορεί να είναι η τακτική παρακολούθηση του ασθενούς. Η χειρουργική επιλογή της αμυγδαλεκτομής υπό γενική αναισθησία (κατά κανόνα αμφοτερόπλευρης) έχει τις ακόλουθες ενδείξεις: ιστορικό επιπλοκών (τοπικών ή συστηματικών) οξείας αμυγδαλίτιδας, αρκετά συχνές υποτροπές οξείας αμυγδαλίτιδας, χρόνια αμυγδαλίτιδα, υπόνοια κακοήθειας, διαταραχή συντονισμού σίτισης-αναπνοής, διαταραχή καμπυλών ανάπτυξης, αποφρακτική υπνική άπνοια, ύπαρξη ειδικών φλεγμονών επί του αμυγδαλικού ιστού (σπάνια όπως φυματίωση). Η αμυγδαλοτομή (μερική αφαίρεση αμυγδαλικού ιστού) δεν έχει ιδιαίτερα συχνή εφαρμογή πλέον. Σε περιπτώσεις όπου το μόνο πρόβλημα του ασθενούς είναι η υπερτροφία των παρίσθμιων αμυγδαλών μπορεί να επιλεγεί ως θεραπευτική μέθοδος η σμίκρυνση των παρίσθμιων αμυγδαλών με χρήση ραδιοσυχνοτήτων υπό τοπική ή γενική αναισθησία.
Βιβλιογραφία
Adil EA, Medina G, Cunningham MJ. Differentiating Tonsil Cancer from Benign Tonsillar Hypertrophy. J Pediatr. 2018 Jun;197:309-309.e1.
Arambula A, Brown JR, Neff L. Anatomy and physiology of the palatine tonsils, adenoids, and lingual tonsils. World J Otorhinolaryngol Head Neck Surg. 2021 Jun 27;7(3):155-160.
Bochner RE, Gangar M, Belamarich PF. A Clinical Approach to Tonsillitis, Tonsillar Hypertrophy, and Peritonsillar and Retropharyngeal Abscesses.
Pediatr Rev. 2017 Feb;38(2):81-92.
Bonuck K, Parikh S, Bassila M. Growth failure and sleep disordered breathing: a review of the literature. Int J Pediatr Otorhinolaryngol. 2006 May;70(5):769-78.
Celik O, Yalçin S, Hançer A, Celik P, Ozercan R. Tuberculous tonsillitis.
J Otolaryngol. 1995 Oct;24(5):307-9.
Nelson LM. Radiofrequency treatment for obstructive tonsillar hypertrophy Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2000 Jun;126(6):736-40.
Potsic WP. Assessment and treatment of adenotonsillar hypertrophy in children.
Am J Otolaryngol. 1992 Sep-Oct;13(5):259-64.
Randall DA. Current Indications for Tonsillectomy and Adenoidectomy. J Am Board Fam Med. 2020 Nov-Dec;33(6):1025-1030.
Sağtaş E, Mengi E, Kara CO, Şenol H. A Novel Assessment Method With Ultrasound for Obstructive Tonsillar Hypertrophy in Children. J Ultrasound Med. 2021 Sep;40(9):1795-1801.
Sólyom R, Csiszér I, Neagoş A. Tonsillar hypertrophy implications in sleep disorders in adults and children. Rom J Morphol Embryol. 2014;55(2 Suppl):603-6.




