Ως βαρηκοΐα ορίζεται η μείωση της ακουστικής ικανότητας και μπορεί να αφορά το ένα ή και τα δύο αυτιά, ισότιμα ή μη.
Η βαρηκοΐα αποτελεί μία σημαντική επικοινωνιακή διαταραχή η οποία μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή σε κοινωνική απομόνωση και κατάθλιψη, ενώ μπορεί ακόμα να τον καταστήσει και πιο επιρρεπή σε ατυχήματα.
Η δε ύπαρξη βαρηκοΐας στην βρεφική, νηπιακή και παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσει επιπλέον στην παρακώληση της φυσιολογικής ανάπτυξης της ομιλίας με ακόμα και μόνιμα αρνητικά επακόλουθα, επικοινωνιακά και μαθησιακά προβλήματα.
Η βαρηκοΐα μπορεί να υπόκειται σε πολλές διαφορετικές ταξινομήσεις. Η κυριότερη ταξινόμησή της αφορά το μέρος του ωτός το οποίο πάσχει.
Έτσι χωρίζεται σε βαρηκοΐα αγωγιμότητας, νευροαισθητήρια βαρηκοΐα και βαρηκοΐα μικτού τύπου. Η βαρηκοΐα αγωγιμότητας οφείλεται σε παθήσεις του έξω ωτός, δηλαδή του έξω ακουστικού πόρου (πχ βύσμα κυψελίδας, εξωτερική ωτίτιδα με απόφραξη του πόρου, νεοπλασία) ή του τυμπανοσταριώδους συστήματος και του μέσου ωτός (πχ εκκριτική ή οξεία μέση ωτίτιδα, διάτρηση τυμπανικής μεμβράνης, ωτοσκλήρυνση).
Η νευροαισθητήρια βαρηκοΐα (ή βαρηκοΐα αντίληψης) οφείλεται σε παθήσεις του έσω ωτός (πχ ακουστικό τραύμα, οξεία απώλεια ακοής, πρεσβυακουσία, νόσος Meniere, ωτοτοξικότητα από φάρμακα) ή του κοχλιακού νεύρου (πχ ακουστικό νευρίνωμα).
Η μικτού τύπου βαρηκοΐα οφείλεται σε παθήσεις τόσο του μέσου, όσο και του έσω ωτός (πχ ωτοσκλήρυνση, χολοστεατωματώδης μέση ωτίτιδα).
Άλλη μια ταξινόμηση αφορά την εκδήλωση της βαρηκοΐας με γνώμονα το χρόνο, δηλαδή, χωρίζεται σε οξεία (πχ οξεία μέση ωτίτιδα, οξεία απώλεια ακοής, οξύ ακουστικό τραύμα) και σε προοδευτικά επιδεινούμενη ή χρόνια (πχ χρόνιο ακουστικό τραύμα, πρεσβυακουσία, νόσος Meniere). Άλλοι κατηγοριοποιούν τη βαρηκοΐα σε ενηλίκων και παιδική.
Η παιδική βαρηκοία, και πιο συγκεκριμένα η βαρηκοία που ανακαλύπτεται στη βρεφική ή στη νηπιακή ηλικία, μπορεί να οφείλεται σε συγγενείς λοιμώξεις (πχ τοξόπλασμα, ερυθρά, κυτταρομεγαλοϊός, σύφιλη, απλός έρπης) ή άλλη παθολογία κατά τη διάρκεια της κύησης, περιγεννητικές διαταραχές (πχ περιγεννητική ασφυξία, πυρηνικός ίκτερος) ή προωρότητα.
Επίσης, μπορεί να οφείλεται σε γενετικά αίτια και ακολούθως ταξινομείται σε συνδρομική (πχ σύνδρομο Usher) και σε μη συνδρομική. Άλλοι κλινικοί χωρίζουν τη βαρηκοΐα σε μόνιμη (πχ πρεσβυακουσία) ή παροδική (πχ οξεία μέση ωτίτιδα).
Βιβλιογραφία
Αργύρης Γ, Παπαδοπούλου Σ. Εγκεφαλικές Συζυγίες: Λειτουργία, Διαγνωστικές Προσεγγίσεις, Θεραπευτικές Παρεμβάσεις, Εκδόσεις Ροτόντα 2020
Gürtler N, Lalwani AK. Etiology of syndromic and nonsyndromic sensorineural hearing loss. Otolaryngol Clin North Am. 2002 Aug;35(4):891-908.
Koffler T, Ushakov K, Avraham KB. Genetics of Hearing Loss: Syndromic. Otolaryngol Clin North Am. 2015 Dec;48(6):1041-61.
Lieu JEC, Kenna M, Anne S, Davidson L. Hearing Loss in Children: A Review.
JAMA. 2020 Dec 1;324(21):2195-2205.
Parving A. Epidemiology of hearing loss and aetiological diagnosis of hearing impairment in childhood. Int J Pediatr Otorhinolaryngol. 1983 Apr;5(2):151-65.
Ruth RA. Evaluation of sensorineural hearing loss. Compr Ther. 1997 Nov;23(11):742-9.
Völter C, Götze L, Dazert S, Wirth R, Thomas JP. Impact of Hearing Loss on Geriatric Assessment. Clin Interv Aging. 2020 Dec 30;15:2453-2467.
Weber PC, Klein AJ. Hearing loss. Med Clin North Am. 1999




