Η νόσος Meniere χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντα επεισόδια παροξυσμικού ιλίγγου διάρκειας τουλάχιστον 20 λεπτών, ενώ κατά τη διάρκεια κάθε επεισοδίου συνυπάρχει στην πάσχουσα πλευρά νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, εμβοές και αίσθημα πληρότητας του ωτός. Η νόσος είναι συχνά προοδευτικά επιδεινούμενη και παθοφυσιολογικά χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής ενδολεμφικός ύδρωπας του λαβυρίνθου, τα αίτια όμως δεν είναι πλήρως διευκρινισμένα. Η νόσος μπορεί να είναι μονόπλευρη ή και αμφοτερόπλευρη. Επίσης, προσβάλλονται συχνότερα άτομα ηλικίας 40-60 ετών.
Η συμπτωματολογία ιλίγγου συχνά είναι έντονη κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ενώ μετά το επεισόδιο υπάρχει ένα αίσθημα ζάλης που μειώνεται σε διάστημα λίγων ημερών. Στα αρχικά στάδια, η συμπτωματολογία του ιλίγγου και οι συνοδές διαταραχές ισορροπίας υπάρχουν μόνο κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Σε χρόνια και μη ελεγχόμενη νόσο μπορεί να υπάρχουν και μόνιμες διαταραχές ισορροπίας. Όσον αφορά τη νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, στα αρχικά στάδια είναι παρούσα μόνο κατά τη διάρκεια των επεισοδίων. Καθώς η νόσος εξελίσσεται, η νευροαισθητήρια βαρηκοΐα εκδηλώνεται αρχικά στις χαμηλές συχνότητες και σε χρόνια και μη ελεγχόμενη νόσο είναι παρούσα και μεταξύ των επεισοδίων και προσβάλλει σχεδόν όλες τις συχνότητες. Η διαπίστωση του είδους της βαρηκοΐας γίνεται κυρίως με την τονική ακοομετρία.
Η κλινική υπόνοια τίθεται από το λεπτομερές ιστορικό, την κλινική εξέταση και τον πλήρη ακοολογικό έλεγχο. Η διάγνωση της νόσου γίνεται συνήθως εξ’ αποκλεισμού.
Αυτό σημαίνει πως για να τεθεί πρέπει να αποκλειστούν άλλες παθήσεις του λαβυρίνθου ή του ακουστικού νεύρου ή ακόμα και του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε αυτές τις παθήσεις συγκαταλέγονται οι εξής: αυτοάνοσες παθήσεις, λοίμωξη του λαβυρίνθου, κάκωση του λαβυρύνθου (στα πλαίσια κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων ή μετεγχειρητικά), καλοήθεις ή κακοήθεις όγκοι της γεφυροπαρεγκεφαλιδικής γωνίας ή του ακουστικού νεύρου. Ο απεικονιστικός έλεγχος που συστήνεται για τον αποκλεισμό οργανικών παθήσεων συνήθως είναι η μαγνητική τομογραφία βάσης κρανίου.
Η διάγνωση της νόσου γίνεται συνήθως εξ’ αποκλεισμού. Αυτό σημαίνει πως για να τεθεί πρέπει να αποκλειστούν άλλες παθήσεις του λαβυρίνθου ή του ακουστικού νεύρου ή ακόμα και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Η αντιμετώπιση της νόσου είναι πολυδιάστατη και αρκετές φορές εξατομικευμένη, καθώς υπάρχουν και θεραπευτικές επιλογές που είναι υπό αμφισβήτηση από κάποιους επιστήμονες και κλινικούς. Οι κύριοι στόχοι της θεραπείας είναι ο έλεγχος των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, η μείωση της συχνότητας των επεισοδίων, η αντιμετώπιση των διαταραχών ισορροπίας και η αντιμετώπιση της βαρηκοΐας. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, προέχει η αντιμετώπιση της ναυτίας και των εμέτων, καθώς και των συνοδών διαταραχών ισορροπίας.
Συνήθως, συστήνεται η χρήση αντιεμετικών φαρμάκων και κατασταλτικών του λαβυρίνθου, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να συσταθούν και κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος ή κορτικοστεροειδή συστηματικά. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί ακόμα και βραχύχρονη νοσηλεία ή ανάπαυση για μερικές μέρες κατ’ οίκον. Μεταξύ των επεισοδίων έχουν προταθεί, χωρίς απαραίτητα να έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα, τα ακόλουθα: δίαιτα πτωχή σε αλάτι, διακοπή καπνίσματος, αποφυγή κατανάλωσης καφείνης, αγγειοδιασταλτικά, betahistine, διουρητικά.
Για τον έλεγχο της εξέλιξης της νόσου έχει προταθεί η ενδοτυμπανική έγχυση κορτικοστεροειδών σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αξιοποιήσιμη ακοή στο πάσχων αυτί, ενώ σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει αξιοποιήσιμη ακοή στο πάσχων αυτί μπορεί να προταθεί και η ενδοτυμπανική έγχυση γενταμυκίνης. Η αντιμετώπιση της βαρηκοΐας μπορεί να συμπεριλάβει και τη χρήση ακουστικού βαρηκοΐας, αλλά χωρίς να μπορεί με αυτό τον τρόπο να αντιμετωπιστεί όλο το φάσμα των συμπτωμάτων της νόσου του Meniere, αλλά ούτε και η εξέλιξή της. Η τυμπανοτομή και η τοποθέτηση σωληνίσκου αερισμού αποτελούν θεραπευτικές επιλογές που είναι υπό αμφισβήτηση από αρκετούς κλινικούς. Η χρήση της συσκευής Meniett έχει επίσης αμφισβητήσιμα αποτελέσματα, με τη διαφορά βέβαια ότι δεν έχει ιδιαίτερες αρνητικές επιπτώσεις στον ασθενή πέραν του ενδεχόμενου οικονομικού κόστους. Η χειρουργική θεραπεία της νόσου της Meniere σπάνια εφαρμόζεται πλέον και η ενδείξεις αυτής είναι αρκετά περιορισμένες.
Βιβλιογραφία
Christopher LH, Wilkinson EP. Meniere’s disease: Medical management, rationale for vestibular preservation and suggested protocol in medical failure. Am J Otolaryngol. 2021 Jan-Feb;42(1):102817.
Gibson WPR. Meniere’s Disease. Adv Otorhinolaryngol. 2019;82:77-86.
Gürkov R, Pyykö I, Zou J, Kentala E. What is Meniere’s disease? A contemporary re-evaluation of endolymphatic hydrops. J Neurol. 2016 Apr;263 Suppl 1:S71-81.
Liu Y, Yang J, Duan M. Current status on researches of Meniere’s disease: a review. Acta Otolaryngol. 2020 Oct;140(10):808-812.
Phillips JS, Murdin L, Rea P, Sutton L. Clinical Subtyping of Meniere’s Disease. Otolaryngol Head Neck Surg. 2018 Sep;159(3):407-409.
Russo FY, Nguyen Y, De Seta D, Bouccara D, Sterkers O, Ferrary E, Bernardeschi D. Meniett device in meniere disease: Randomized, double-blind, placebo-controlled multicenter trial. Laryngoscope. 2017 Feb;127(2):470-475.
Sajjadi H, Paparella MM. Meniere’s disease. Lancet. 2008 Aug 2;372(9636):406-14.
Sevilla C, Goody J, Baguley DM, Kasbekar AV. Aural fullness and transtympanic ventilation tubes in Meniere’s disease: a scoping review. J Laryngol Otol. 2019 Jun;133(6):450-456.
Tassinari M, Mandrioli D, Gaggioli N, Roberti di Sarsina P. Meniere’s disease treatment: a patient-centered systematic review. Audiol Neurootol. 2015;20(3):153-65.
Wright T. Meniere’s disease. BMJ Clin Evid. 2015 Nov 5;2015:0505.




