Οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις αποτελούν λεμφικό ιστό που βρίσκεται στο επίπεδο του ρινοφάρυγγα (ειδικότερα στην οροφή και στο οπίσθιο τοίχωμά του) και εντοπίζονται στη μέση γραμμή και μεταξύ των φαρυγγικών στομίων των ευσταχιανών σαλπίγγων. Στη βιβλιογραφία οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις μπορούν να αναφερθούν και ως φαρυγγική αμυγδαλή ή αμυγδαλή του Luschka. Στην επιφάνειά τους διαθέτουν αύλακες, ενώ το επιθήλιό τους είναι ψευδοπολύστοιβο κυλινδρικό και βλεννοκροσσωτό. Επίσης, οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις ανήκουν στο λεμφικό δακτύλιο του Waldeyer.
Η υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων (κρεατάκια στην καθημερινή γλώσσα) είναι μια συχνή κατάσταση κατά την παιδική ηλικία και ειδικά μεταξύ 3-5 ετών. Η αύξηση του μεγέθους των αδενοειδών εκβλαστήσεων μπορεί να μειώνει το εύρος του ρινοφάρυγγα με αποτέλεσμα τη δυσχέρεια της ρινικής αναπνοής, ενώ μπορεί επίσης να προκαλεί απόφραξη του ή των φαρυγγικών στομίων των ευσταχιανών σαλπίγγων με αποτέλεσμα την πρόκληση εκκριτικής ή υποτροπιάζουσας οξείας μέσης ωτίτιδας. Από το τέλος της παιδικής ηλικίας και την έναρξη της εφηβικής ηλικίας οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις τείνουν συνήθως να υποστρέφουν σε μέγεθος.
Σε περιπτώσεις χρονιότητας και σε μεσοδιαστήματα όπου δεν υπάρχει οξεία φλεγμονή του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (χωρίς συνοδή αδενοειδίτιδα), η υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων μπορεί να προδιαθέτει σε χρόνια και διαφόρου βαθμού δυσχέρεια της ρινικής αναπνοής και ύπαρξη ή μη συνοδής μονόπλευρης ή αμφοτερόπλευρης εκκριτικής ωτίτιδας. Συνεπώς, η κλινική εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα εξής: θορυβώδης ρινική αναπνοή, ένρινη ομιλία (κλειστή ρινολαλιά), επικράτηση της στοματικής αναπνοής, ροχαλητό, αποφρακτική υπνική άπνοια, διαταραχή συντονισμού αναπνοής-σίτισης (διαταραχή στις καμπύλες ανάπτυξης), βαρηκοΐα αγωγιμότητας (μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη, υποτροπιάζουσα ή σχεδόν στάσιμη). Η χρονιότητα της εκκριτικής ωτίτιδας και της δυσλειτουργίας της ευσταχιανής σάλπιγγας μπορεί σε βάθος χρόνου να εξελιχθεί σε συμφυτική ωτίτιδα ή και σπανιότερα σε χολοστεατωματώδη μέση ωτίτιδα. Επίσης, η χρόνια υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων προδιαθέτει σε ενδεχόμενη ανάπτυξη ορθοδοντικών ανωμαλιών και θολωτής (ή σκαφοειδούς) υπερώας λόγω της ενδεχόμενης διαταραχής της φυσιολογικής ανάπτυξης και διαμόρφωσης του σπλαχνικού κρανίου. Ακόμη, σε κάποιες χρόνιες περιπτώσεις το παιδί μπορεί να έχει την εικόνα αδενοειδούς προσωπείου, δηλαδή, μεγαλύτερο πλάτος ρινικών πτερυγίων, μικρότερο εύρος ρινικών θαλαμών, αβαθείς ρινοχειλικές αύλακες και μισάνοικτο στόμα με προέχοντες τους οδόντες τομείς της άνω γνάθου. Επιπροθέτως, η αποφρακτική υπνική άπνοια μπορεί να προκαλέσει υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, διαταραχή στην προσοχή του παιδιού ή και στη σχολική του επίδοση και σπανιότερα (όταν συνδυάζεται και με μεγάλου βαθμού υπερτροφία των παρίσθμιων αμυγδαλών) ίσως και καρδιοαναπνευστικές ανωμαλίες. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η κλινική εικόνα της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων σχετίζεται και με το βαθμό της υπερτροφίας. Συνεπώς, σε ήπιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ακόμα και ασυμπτωματική.
Οι οξείες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, σε περιπτώσεις υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων, συμπεριλαμβάνουν και την αδενοειδίτιδα με συχνή τη συνύπαρξη οξείας μέσης ωτίτιδας (μονόπλευρα ή αμφοτερόπλευρα), πυωδών ρινικών και οπισθορρινικών εκκρίσεων και περαιτέρω επιδείνωσης της ρινικής αναπνοής. Επίσης, η συχνά υποτροπιάζουσα οξεία μέση ωτίτιδα μπορεί να προδιαθέτει σε αύξηση της συχνότητας της εκκριτικής ωτίτιδας χωρίς μεσοδιαστήματα απουσίας υγρού οπισθοτυμπανικά. Ακόμη, σε περιπτώσεις υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων, οι οξείες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εξελιχθούν και σε λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. Επιπλέον, σε περιπτώσεις υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων, οι οξείες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος ενδεχομένως αυξάνουν την πιθανότητα και τη συχνότητα υποτροπιάζουσας οξείας παραρρινοκολπίτιδας. Επιπροσθέτως, οι υποτροπιάζουσες αδενοειδίτιδες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα ήπια τραχηλική λεμφαδενοπάθεια.
Η διάγνωση της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων ξεκινά από την κλινική εικόνα ως υπόνοια. Η ωτομικροσκόπηση και η εξακρίβωση της εκκριτικής ωτίτιδας σε μεσοδιαστήματα απουσίας οξείας λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος θέτει πιο ισχυρή την υπόνοια της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων. Παρομοίως, η ανάδειξη τυμπανογράμματος τύπου Β κατά την τυμπανομετρία, καθώς και η ανάδειξη βαρηκοΐας αγωγιμότητας κατά την τονική ακοομετρία (παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών) σε μεσοδιαστήματα απουσίας οξείας λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος θέτουν πιο ισχυρή την υπόνοια της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων. Η ρινοενδοσκόπηση, αν και είναι η ιδανική εξέταση για τον έλεγχο του ρινοφάρυγγα και τον έλεγχο των αδενοειδών εκβλαστήσεων, δεν είναι εύκολη στην παιδική ηλικία λόγω ενδεχόμενης μη συνεργασίας του παιδιού, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις είναι σχεδόν αδύνατη. Η διαστοματική ρινοφαρυγγοσκόπηση αποτελεί μια καλή επιλογή σε συνεργάσιμα παιδιά. Δυστυχώς, αρκετές φορές η επιβεβαίωση της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων σε μη συνεργάσιμα παιδιά γίνεται με την πλάγια ακτινογραφία αδενοειδών εκβλαστήσεων όπου γίνεται και εκτίμηση του εύρους του αεραγωγού στο επίπεδο του ρινοφάρυγγα. Σε σπάνια υπόνοια ύποπτης για νεοπλασία παθολογίας στο επίπεδο του ρινοφάρυγγα μπορεί να γίνει χρήση και της μαγνητικής τομογραφίας σπλαχνικού κρανίου.
Η θεραπεία της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων είναι συχνά η χειρουργική αντιμετώπιση και αφορά την αδενοτομή (ή αδενοειδεκτομή) υπό γενική αναισθησία. Ωστόσο, σε πρώτη φάση επιλέγεται η συντηρητική αντιμετώπιση και προτείνεται η χειρουργική θεραπεία ανάλογα με το μέγεθος της υπερτροφίας των αδενοειδών εκβλαστήσεων και τον βαθμό των προβλημάτων που αυτή προκαλεί. Πιο συγκεκριμένα, σε μεσοδιαστήματα ελεύθερα λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος επιλέγεται η τακτική χρήση ρινοπλύσεων με φυσιολογικό ορό και η παρακολούθηση κυρίως της δυσχέρειας της ρινικής αναπνοής, της ενδεχόμενης υπνικής άπνοιας, της παρουσίας υγρού οπισθοτυμπανικά και της βαρηκοΐας (ωτοσκόπηση, τυμπανόγραμμα, τονικό ακοόγραμμα). Έχει προταθεί επίσης από κάποιους κλινικούς η χρήση για μικρά χρονικά διαστήματα κορτικοστεροειδών σε μορφή ρινικού spray. Κατά τη διάρκεια της οξείας λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος μπορούν να προταθούν ένα ή περισσότερα από τα εξής: ρινοπλύσεις με φυσιολογικό ορό, αποσυμφορητικά spray για 5-7 μέρες, αντιβιοτική θεραπεία συνήθως από το στόμα για 10 μέρες (πχ περίπτωση οξείας μέσης ωτίτιδας), αναλγητικά ή αντιφλεγμονώδη από το στόμα. Οι ενδείξεις της χειρουργικής αντιμετώπισης είναι μία ή περισσότερες από τις εξής: σοβαρή δυσχέρεια ρινικής αναπνοής, αποφρακτική υπνική άπνοια, διαταραχή στις καμπύλες ανάπτυξης, ορθοδοντικές ανωμαλίες και αδενοειδές προσωπείο, συχνές (>3-4 ανά έτος) υποτροπές οξείας μέσης ωτίτιδας (ή και γενικότερα λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος και κυρίως του ανώτερου), παρουσία εκκριτικής ωτίτιδας για περισσότερο από 3-6 μήνες, υπόνοια καλοήθους ή κακοήθους νεοπλασίας ρινοφάρυγγα (σπάνια). Η αδενοτομή υπό γενική αναισθησία γίνεται σε ηλικίες άνω των 3 ετών με συχνότερες ηλικίες χειρουργικής αντιμετώπισης τα 4-6 έτη, χωρίς να αποκλείεται η αφαίρεσή τους σε κάποιες περιπτώσεις και σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Στην περίπτωση παρουσίας εκκριτικής ωτίτιδας για περισσότερο από 3-6 μήνες με τυμπανόγραμμα τύπου Β και βαρηκοΐα αγωγιμότητας, συχνά επιλέγεται να γίνεται τυμπανοτομή και τοποθέτηση σωληνίσκου αερισμού (μονόπλευρα ή αμφοτερόπλευρα) συγχρόνως με την αδενοτομή υπό γενική αναισθησία. Ακόμη, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις και αμυγδαλεκτομής, αυτή μπορεί να γίνει στον ίδιο χειρουργικό χρόνο με την αδενοτομή. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάθε ασθενή αποφασίζεται η χειρουργική αντιμετώπιση ανάλογα τόσο με τον αριθμό, όσο και τη βαρύτητα των ενδείξεων της αδενοτομής.
Βιβλιογραφία
Ahmad Z, Krüger K, Lautermann J, Lippert B, Tenenbaum T, Tigges M, Tisch M. Adenoid hypertrophy-diagnosis and treatment: the new S2k guideline. HNO. 2023 Aug;71(Suppl 1):67-72.
Baldassari CM, Choi S. Assessing adenoid hypertrophy in children: X-ray or nasal endoscopy? Laryngoscope. 2014 Jul;124(7):1509-10.
Brambilla I, Pusateri A, Pagella F, Caimmi D, Caimmi S, Licari A, Barberi S, Castellazzi AM, Marseglia GL. Adenoids in children: Advances in immunology, diagnosis, and surgery. Clin Anat. 2014 Apr;27(3):346-52.
Çetkin M, Çetkin HE. Adjunctive Treatment of Pediatric Adenoidal Hypertrophy: A Review. Altern Ther Health Med. 2023 Jul;29(5):46-53.
Marseglia GL, Caimmi D, Pagella F, Matti E, Labó E, Licari A, Salpietro A, Pelizzo G, Castellazzi AM. Adenoids during childhood: the facts. Int J Immunopathol Pharmacol. 2011 Oct;24(4 Suppl):1-5.
Niedzielski A, Chmielik LP, Mielnik-Niedzielska G, Kasprzyk A, Bogusławska J. Adenoid hypertrophy in children: a narrative review of pathogenesis and clinical relevance. BMJ Paediatr Open. 2023 Apr;7(1):e001710.
Pagella F, Colombo A, Gatti O, Giourgos G, Matti E. Rhinosinusitis and otitis media: the link with adenoids. Int J Immunopathol Pharmacol. 2010 Jan-Mar;23(1 Suppl):38-40.
Pereira L, Monyror J, Almeida FT, Almeida FR, Guerra E, Flores-Mir C, Pachêco-Pereira C. Prevalence of adenoid hypertrophy: A systematic review and meta-analysis. Sleep Med Rev. 2018 Apr;38:101-112.
Shen Y, Li X, Liang X, Xu H, Li C, Yu Y, Qiu B. A deep-learning-based approach for adenoid hypertrophy diagnosis. Med Phys. 2020 Jun;47(5):2171-2181.
Türkoğlu Babakurban S, Aydın E. Adenoidectomy: current approaches and review of the literature. Kulak Burun Bogaz Ihtis Derg. 2016 May-Jun;26(3):181-90.




